{mosimage}Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με την Πρεσβεία
της Ιταλίας και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου ανακοινώνουν την
διοργάνωση του 1ου Φεστιβάλ Ιταλικού Κινηματογράφου που θα
πραγματοποιηθεί από τις 21 Μαΐου έως τις 27 Μαΐου 2009 στη Θεσσαλονίκη,
στον κινηματογράφο Ολύμπιον και από τις 28 Μαΐου έως τις 3 Ιουνίου 2009
στην Αθήνα, στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος – Prince Filmcenter
Το νέο αυτό φεστιβάλ εγκαινιάζεται φέτος και θεσμοθετείται με σκοπό να καθιερωθεί σε μόνιμη και σταθερή βάση. Το πρόγραμμα, αφιερωμένο στον σύγχρονο ιταλικό κινηματογράφο, αναδεικνύει τις δυνάμεις μιας κινηματογραφίας με πλούσιο παρελθόν, δυναμικό παρόν και ελπιδοφόρο μέλλον. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι να ανακαλύψει το ελληνικό κοινό το σύνολο της ιταλικής κινηματογραφικής παραγωγής, και την ίδια στιγμή, να προσεγγίσουν οι ιταλοί δημιουργοί, θεατές με τους οποίους τους συνδέει κοινό μεσογειακό αίσθημα.
Στο 1ο Φεστιβάλ Ιταλικού Κινηματογράφου θα προβληθούν συνολικά εφτά ταινίες παραγωγής 2001 – 2007, δυο από τις οποίες πραγματοποιούν πρεμιέρα στην Ελλάδα, το La giusta distanza / Η σωστή απόσταση σε σκηνοθεσία Carlo Mazzacurati και το Lascia perdere, Johnny! / Μη χάνεις τον καιρό σου, Τζόνυ, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ηθοποιού Fabrizio Bentivoglio. Πραγματικές ιστορίες, ψυχολογικά θρίλερ, κοινωνικά ζητήματα, ο αγώνας των ανθρώπων να συμφιλιωθούν με το πέρασμα του χρόνου, οι κοινωνικές συμβάσεις που καταπιέζουν τις επιθυμίες, ο πρόωρος χαμός της παιδικής αθωότητας, τα νεανικά όνειρα, οι φιλοδοξίες, αλλά και τα κρυμμένα μυστικά που ταλανίζουν τους οικογενειακούς δεσμούς αποτελούν κάποιους από τους θεματικούς άξονες που θίγονται με αριστοτεχνικό τρόπο από τους νέους ιταλούς δημιουργούς.
Ακολουθούν οι αναλυτικές συνόψεις των ταινιών του αφιερώματος.
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ 1ΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ:
Prendimi l’ anima (The Soul Keeper) / Ψυχή και σώμα
(Ιταλία – Γαλλία – Μ. Βρετανία, 2002, έγχρωμο – ασπρόμαυρο, 90΄)
Σκηνοθεσία: Roberto Faenza.
Βασισμένη στο βιβλίο «Μια μυστική συμμετρία» του Aldo Carotenuto, η ταινία Ψυχή και σώμα (πρωτότυπος τίτλος Πάρε μου την ψυχή του Roberto Faenza), καταγράφει μια πραγματική ιστορία: την ερωτική σχέση ανάμεσα στον νεαρό γιατρό Καρλ Γιουνγκ, μαθητή του Φρόυντ και στην 19χρονη ρωσίδα, εβραϊκής καταγωγής, Σαμπίνα Σπιλράιν όταν αυτή εισάγεται το 1905 σε ψυχιατρική κλινική της Ζυρίχης. Ο σκηνοθέτης στήνει την ταινία του γύρω από το δίπολο ψυχή-σώμα, αφού από την μια μεριά μιλά για την αρρώστια της ψυχής (η Σαμπίνα πάσχει από μια μορφή υστερίας, από την οποία τελικά θεραπεύεται) και από την άλλη για τον σωματικό πόθο και την ερωτική έλξη με τον θεραπευτή της, που θα τους οδηγήσει σε σύγκρουση με τις αστικές συμβάσεις και το αυστηρό κοινωνικό περιβάλλον των αρχών του αιώνα? παράλληλα θα τεθεί κι ένα θέμα ηθικής τάξης και ιατρικής δεοντολογίας, που αφορά στη σχέση ασθενούς-ιατρού. Ακόμα, η ταινία παρακολουθεί την πορεία ζωής της Σαμπίνα, η οποία σπουδάζει ιατρική και επιστρέφει στην μετεπαναστική Ρωσία όπου και δημιουργεί, μέσα στο ριζοσπαστικό κλίμα της εποχής, ένα πρωτοποριακό ειδικό σχολείο για παιδιά, βασισμένο στην ελευθερία της σκέψης και στη δημιουργική δύναμη της φαντασίας. Σχολείο που θα σταματήσει με βίαιο τρόπο την λειτουργία του στα χρόνια της σταλινικής βαρβαρότητας, ενώ και η ίδια η Σαμπίνα ως εβραία θα έχει τραγικό τέλος, όταν ενσκήψει η λαίλαπα της ναζιστικής θηριωδίας.
Primo amore / Πρώτος έρωτας
(Ιταλία, 2004, έγχρωμο, 100’)
Σκηνοθεσία: Matteo Garrone
O Πρώτος έρωτας του Matteo Garrone (Γόμορα) είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο σε μια αντεστραμμένη διαστροφή. Είναι συνήθως οι γυναίκες που επιζητώντας το τέλειο σώμα (κατά το life-style πρότυπο), υποβάλλουν τον εαυτό τους στο βασανιστήριο του να χάσουν βάρος, καταλήγοντας συχνά ανορεξικές. Σ’ αυτήν την ασυνήθιστη ταινία, o άντρας-αφέντης επιβάλλοντας την θέλησή του, απαιτεί από το κορμί-αντικείμενο του πόθου να αδυνατίζει συνεχώς, φτάνοντας σ’ ένα οριακό σημείο, όπου η ηδονή συναντά τον σαδισμό. Η Σόνια για να ευχαριστήσει και να μην χάσει τον Βιτόριο, εγκαταλείπεται σ’ αυτό το επικίνδυνο, όσο και αρρωστημένο παιχνίδι που οδηγεί και τους δυο τους στα όρια του εαυτού τους, σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
La bestia nel cuore /Μην το πεις
(Ιταλία, 2005, έγχρωμο, 120΄)
Σκηνοθεσία: Cristina Comencini
Κόρη του σπουδαίου σκηνοθέτη Luigi Comencini, η Cristina με την ταινία της Μην το πεις, βασισμένη σ’ ένα δικό της μυθιστόρημα, διεκδίκησε για λογαριασμό της Ιταλίας το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Το Μην το πεις, έχει ένα σκοτεινό κεντρικό πυρήνα, που αφορά στην σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών μέσα στην οικογένεια, τον πρόωρο χαμό της παιδικής αθωότητας και τα ανεπούλωτα τραύματα της παιδικής ηλικίας, τα οποία κάποια στιγμή, στην διάρκεια της ενήλικης ζωής, αρχίζουν και πάλι να αιμορραγούν. Η Σαμπίνα, ενώ είναι έγκυος, αρχίζει να ταλανίζεται από ψυχολογικά προβλήματα και να βασανίζεται από εφιάλτες που ξεπηδούν από τραυματικές παιδικές εμπειρίες. Ζητώντας βοήθεια, πηγαίνει μέχρι την Αμερική, για να συναντήσει τον αδελφό της που ζει εκεί και έκπληκτη, ανακαλύπτει ότι κι αυτός βασανίζεται από αντίστοιχους εφιάλτες. Ταινία για τις ενοχές, τις τύψεις και τα ανομολόγητα οικογενειακά μυστικά και πάθη (η μητέρα ήταν ενήμερη για την κτηνώδη βαρβαρότητα του πατέρα, αλλά σιωπούσε), προσπαθεί με ευαισθησία, (αλλά όχι πάντα με επιτυχία, καθότι τα κλισέ καραδοκούν), να συλλάβει τους ψυχολογικούς κραδασμούς της ηρωίδας, να καταγράψει τα ταραγμένα τοπία του εσωτερικού της κόσμου, σε μια απόπειρα λύτρωσης από τα φαντάσματα και τους δαίμονες της παιδικής ζωής. Εξαιρετική η ερμηνεία της Giovanna Mezzogiorno για την οποία και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας.
Lascia perdere, Johnny! / Μη χάνεις τον καιρό σου, Τζόνυ
(Ιταλία, 2007, έγχρωμο, 93΄)
Σκηνοθεσία: Fabrizio Bentivoglio
Η ταινία είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του γνωστού ηθοποιού Fabrizio Bentivoglio και αφηγείται τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις περιπέτειες και τις απογοητεύσεις ενός 18χρονου νεαρού που θέλει να γίνει κιθαρίστας και να κατακτήσει το ιταλικό μουσικό στερέωμα. Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στην Καζέρτα, μια πόλη του Ιταλικού Νότου και ο Φαουστίνο μπλέκεται με άλλους φτωχοδιάβολους επίδοξους μουσικούς σε μια τουρνέ προορισμένη από πριν σε μεγαλειώδη αποτυχία, ενώ από το μακρινό και μυθικό Μιλάνο εμφανίζεται ένας παρηκμασμένος και αποτυχημένος ιμπρεσάριος και ανιχνευτής ταλέντων, ερμηνευμένος από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Ο Fabrizio Bentivoglio αναπαράγει με μαεστρία το κλίμα της εποχής, σε μια διάσταση σάτιρας, μελαγχολίας, νοσταλγίας αλλά και κυνισμού, σκιαγραφώντας, σχεδόν ανάγλυφα, όλες αυτές τις ηττημένες εξ αρχής –αλλά εξαιρετικά ζωντανές παρ’ όλα αυτά και γεμάτες ζωτικότητα γκροτέσκες φιγούρες- που παίζουν σ’ αυτό το μουσικό θέατρο σκιών της Β΄ Εθνικής και που δεν θ’ ανέβουν ποτέ στη μεγάλη κατηγορία. Δεν έχει σημασία μοιάζει να μας λέει ο σκηνοθέτης σ’ αυτή την μουσική ελεγεία-παρωδία των αποτυχημένων : αυτό που μετρά είναι η αναζήτηση της επιτυχίας, το κυνήγι του ονείρου, οι χαρές και οι πίκρες (κυρίως) του ταξιδιού.
La giusta distanza / Η σωστή απόσταση
(Ιταλία, 2007, έγχρωμο, 107΄)
Σκηνοθεσία: Carlo Mazzacurati
«…Δεν πρέπει να είσαι υπερβολικά αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα που αφηγείσαι, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να φανείς απόμακρος, αλλά ούτε και να αφήσεις, επειδή γνωρίζεις πρόσωπα και πράγματα, τον εαυτό σου να εμπλακεί συναισθηματικά και σε προσωπικό επίπεδο στην υπόθεση. Με άλλα λόγια να φροντίσεις να κρατάς την σωστή απόσταση …», λέει ο επαγγελματίας δημοσιογράφος σ’ έναν από τους πρωταγωνιστές της ταινίας, που φιλοδοξεί ν’ ασχοληθεί με την δημοσιογραφία. Και είναι αυτός, πράγματι, ο τέλειος τίτλος για την καλύτερη-εδώ και χρόνια-ταινία του Carlo Mazzacurati. Η ιστορία είναι απλή και οι ήρωες άνθρωποι της διπλανής πόρτας: στη μικρή και τακτοποιημένη επαρχιακή κωμόπολη στην Βορειοανατολική Ιταλία, στην πεδιάδα της Bassa Padana του Βένετο, κοντά στο Δέλτα του Πο, φτάνει η νέα, όμορφη και δυναμική καινούρια δασκάλα και λίγο-πολύ όλοι μένουν γοητευμένοι από την παρουσία της. Όταν όμως βρίσκεται δολοφονημένη, η ζωή όλων ανατρέπεται και το χωριό βυθίζεται σ’ ένα κλίμα αβεβαιότητας, φόβου, μισαλλοδοξίας και προκατάληψης.
La ragazza del lago / Το κορίτσι της λίμνης {mosimage}
(Ιταλία, 2007, έγχρωμο, 95΄)
Σκηνοθεσία: Andrea Molaioli
Ο Andrea Molaioli εντυπωσιάζει με το πολυβραβευμένο του Κορίτσι της λίμνης, κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου της Νορβηγίδας συγγραφέως ψυχολογικών θρίλερ Karin Fossum. Ένας επιθεωρητής της Αστυνομίας, φτάνει σ’ ένα απομονωμένο επαρχιακό χωριό για να λύσει τον γρίφο της μυστηριώδους δολοφονίας μιας νεαρής και όμορφης κοπέλας, το γυμνό πτώμα της οποίας εντοπίζεται στην όχθη της λίμνης. Μεταφέροντας το σκηνικό της δράσης από τα παγωμένα νορβηγικά φιόρδ στο πανέμορφο ορεινό τοπίο των Ιταλικών Δολομιτών, μ’ ένα εξαιρετικά δομημένο σενάριο, με έντονους αφηγηματικούς ρυθμούς και αλλεπάλληλες ανατροπές, χωρίς φλυαρίες και κλισαρισμένες υπερβολές, ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης, βρίσκει με «τη μία» το στόχο. Διεισδύοντας στα σωθικά αυτής της μικρής και φαινομενικά φιλήσυχης κοινότητας, αποκαλύπτει μυστικά και ψέματα, συγκρούσεις που υποφώσκουν, νοσηρούς οικογενειακούς δεσμούς και ταραγμένα ψυχικά τοπία, πολύπλοκες σχέσεις θεμελιωμένες στη ενοχή, στην συνενοχή, στην σιωπή και στην απόκρυψη της αλήθειας. Κομματιάζει έτσι τον ζοφερό ιστό της αράχνη, που σαν σάβανο καλύπτει τον ειδυλλιακό μικρόκοσμο, όπου οι πάντες, από τον τρελό του χωριού, μέχρι τον «υπεράνω πάσης υποψίας», κρατούν κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα και όπου όλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, είναι πιθανοί υποψήφιοι δολοφόνοι.
L’ ultimo bacio / Το τελευταίο φιλί
(Ιταλία, 2001, έγχρωμο, 115΄)
Σκηνοθεσία-Σενάριο: Gabriele Muccino
O Κάρλο είναι έτοιμος να παντρευτεί την Τζούλια που είναι έγκυος και την τελευταία στιγμή τη «κοπανάει» με μια 18χρονη μαθήτρια λυκείου? Η μαμά της Τζούλια είναι σε κρίση γιατί υποχωρεί η θηλυκότητά της (πράγμα δύσκολο όταν μιλάμε για την Stefania Sandrelli), καθώς βλέπει τα σημάδια του χρόνου πάνω της? ο Μάρκο ετοιμάζεται να κάνει ένα γάμο καθαρά από συμφέρον? ο Αντριάνο είναι παντρεμένος, αλλά απεχθάνεται την σύζυγό του…Στη τρίτη του ταινία, μια κωμωδία ηθών και καταστάσεων, έξυπνη, διασκεδαστική, πολυφωνική, καλοφτιαγμένη και εντέλει ολοκληρωμένη, ο Gabriele Muccino αφηγείται τις ιστορίες δύο διαφορετικών γενιών: τριαντάρηδες και πενηντάρηδες που δεν τα έχουν βρει με τον εαυτό τους, ούτε και με τους άλλους και που κάποια στιγμή θέλουν να δραπετεύσουν από την ζωή τους, από τα καθήκοντα και τι ευθύνες που συνεπάγεται η οικογένεια, ο γάμος, η πατρότητα ή η μητρότητα και να ανοιχτούν σε νέες περιπέτειες ή να ξαναρχίσουν και πάλι από την αρχή, αναζητώντας την φενάκη μιας ελευθερίας, για να καταλήξουν τελικά, χειρότερα από πριν. Η ταινία είναι γεμάτη από προδοσίες, χωρισμούς, παραιτήσεις, νέους έρωτες, επιθυμίες φυγής, επανασυνδέσεις, εξεγέρσεις μπροστά σ’ ένα προκαθορισμένο μέλλον και μιλά για την άρνηση της ενηλικίωσης, για την επερχόμενη ερωτική φθορά της συζυγικής ζωής, για την προβληματική αποδοχή της δέσμευσης και της προσαρμογής στη ρουτίνα της καθημερινότητας και στις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις. Με ρεαλιστικούς διαλόγους και την σκιαγράφηση των ηρώων της πολύ κοντά στην πραγματικότητα Το τελευταίο φιλί αποπνέει το άρωμα της αληθινής ζωής και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.