Ο δοκιμιακός κινηματογράφος δεν είναι απλώς ένας τρόπος να φτιάχνεις ταινίες, είναι ένας τρόπος να σκέφτεσαι τον κόσμο όταν οι λέξεις δεν επαρκούν πια. Γεννιέται εκεί όπου η εικόνα παύει να υπηρετεί την αφήγηση και αρχίζει να υπηρετεί τη σκέψη. Όχι τη σκέψη ως σύστημα, αλλά τη σκέψη ως δόνηση, ως αμφιταλάντευση, ως πράξη που δεν γνωρίζει εκ των προτέρων το συμπέρασμά της. Είναι ένας κινηματογράφος που δεν προσποιείται ότι γνωρίζει, αλλά τολμά να εκτεθεί μέσα στην άγνοιά του.
Σε αντίθεση με τον κυρίαρχο κινηματογράφο, που οργανώνει τον χρόνο για να παραγάγει νόημα και συγκίνηση με ακρίβεια μηχανισμού, ο δοκιμιακός κινηματογράφος αφήνει τον χρόνο να διαρρεύσει. Δεν τον πειθαρχεί, τον ακούει. Ο χρόνος εδώ δεν είναι εργαλείο, αλλά υλικό, μνήμη που επιμένει, παρόν που διαλύεται, παρελθόν που επιστρέφει όχι όπως ήταν, αλλά όπως πληγώνει ακόμα. Η εικόνα δεν λειτουργεί ως παράθυρο προς τον κόσμο, αλλά ως επιφάνεια πάνω στην οποία αποτυπώνεται η σχέση μας με αυτόν ,εύθραυστη, αντιφατική, συχνά οδυνηρή.
Ο δοκιμιακός κινηματογράφος δεν φοβάται την ασυνέχεια. Αντίθετα, την αγκαλιάζει. Ζει μέσα στα κενά, στις παύσεις, στα σιωπηλά βλέμματα, στα πλάνα που μοιάζουν να μην «εξυπηρετούν» τίποτα. Εκεί, ακριβώς, γεννιέται η σκέψη. Όχι ως απάντηση, αλλά ως ρωγμή. Το μοντάζ δεν συνδέει απλώς εικόνες, συγκρούει χρόνους, εμπειρίες, ιδέες. Είναι μια φιλοσοφική πράξη, μια απόφαση για το πώς μπορεί το ένα πράγμα να σταθεί δίπλα στο άλλο χωρίς να το εξουδετερώσει.
Η φωνή, όταν υπάρχει, δεν είναι αυθεντία. Είναι εύθραυστη, συχνά διστακτική, γεμάτη ρωγμές. Δεν αφηγείται για να εξηγήσει, αλλά για να εκτεθεί. Το πρώτο πρόσωπο δεν είναι δήλωση ταυτότητας, αλλά παραδοχή περιορισμού: «μιλώ από εδώ, από αυτό το σώμα, από αυτή τη μνήμη». Μέσα από αυτή τη συγκεκριμενικότητα, όμως, ανοίγεται το καθολικό. Ο θεατής δεν καλείται να ταυτιστεί, αλλά να συντονιστεί. Να αναγνωρίσει στον ξένο λόγο τις δικές του ασάφειες.
Ο δοκιμιακός κινηματογράφος συχνά συνομιλεί με το αρχείο , όχι με νοσταλγία, αλλά με δυσπιστία. Οι αρχειακές εικόνες δεν αντιμετωπίζονται ως τεκμήρια αλήθειας, αλλά ως απολιθώματα εξουσίας, μνήμης, ιδεολογίας. Επαναχρησιμοποιούνται, αποσπώνται από το αρχικό τους πλαίσιο, τραυματίζονται, για να αποκαλύψουν όσα είχαν αποκρύψει. Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως κάτι κλειστό, αλλά ως ανοιχτή πληγή που εξακολουθεί να διαμορφώνει το παρόν.
Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα έχει χάσει το βάρος της από την υπερβολική χρήση, ο δοκιμιακός κινηματογράφος επιμένει στην ευθύνη του βλέμματος. Κάθε πλάνο είναι μια ηθική απόφαση. Τι δείχνω; Από ποια θέση; Με ποιο δικαίωμα; Δεν υπάρχει αθωότητα εδώ. Υπάρχει μόνο η επίγνωση ότι το να κοιτάζεις είναι ήδη μια πράξη παρέμβασης. Γι’ αυτό και ο δοκιμιακός κινηματογράφος δεν επιδιώκει να είναι «όμορφος» με τη συμβατική έννοια. Η ομορφιά του, όταν προκύπτει, είναι συχνά ασταθής, ανήσυχη, σχεδόν ενοχλητική.
Ο θεατής του δοκιμιακού κινηματογράφου δεν είναι καταναλωτής. Είναι συνοδοιπόρος. Δεν του προσφέρεται ένα καθαρό μονοπάτι, αλλά ένας λαβύρινθος. Καλείται να χαθεί, να αμφιβάλλει, να κουβαλήσει μαζί του τις εικόνες και μετά το τέλος της ταινίας. Ο δοκιμιακός κινηματογράφος δεν τελειώνει με τα τελευταία του λεπτά, συνεχίζεται μέσα στη σκέψη, σαν ερώτημα που δεν βρίσκει εύκολη απάντηση.
Ο δοκιμιακός κινηματογράφος είναι μια πράξη αντίστασης. Αντίσταση στην απλοποίηση, στην ταχύτητα, στην ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας. Είναι ο κινηματογράφος που αποδέχεται την αδυναμία του και, ακριβώς μέσα από αυτήν, βρίσκει τη δύναμή του. Δεν φιλοδοξεί να εξηγήσει τον κόσμο, αλλά να σταθεί απέναντί του με ειλικρίνεια, ευαλωτότητα και σκέψη. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ριζοσπαστικό του στοιχείο, ότι μας θυμίζει πως το να σκέφτεσαι ,πραγματικά σκέφτεσαι, είναι πάντα μια πράξη ανοιχτή, ατελής και βαθιά ανθρώπινη.