Nina Koevoets Το Πρώτο Μεγάλο Ταξίδι

Nina Koevoets panelΜε αφορμή την ελληνική έκδοση του παιδικού βιβλίου Το Πρώτο Μεγάλο Ταξίδι από τις εκδόσεις Κουίντα, συναντήσαμε τη Nina Koevoets, εκπαιδεύτρια ειρήνης με διεθνή εμπειρία στη διαχείριση συγκρούσεων. Με σπουδές στην ψυχολογία, τις πολιτικές επιστήμες και τη μη βίαιη επικοινωνία, αλλά και με χρόνια δράσης σε Ινδία, Ισραήλ–Παλαιστίνη και Ευρώπη, η Koevoets επιχειρεί με το πρώτο της παραμύθι να μεταφέρει βασικές αρχές της δουλειάς της στο παιδικό κοινό.  Στο βιβλίο παρακολουθούμε τέσσερα μικρά χελιδόνια στο πρώτο τους μεγάλο ταξίδι, μια ιστορία που λειτουργεί ως απλή και άμεση εισαγωγή στα διαφορετικά στυλ σύγκρουσης και στους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά μπορούν να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Η συγγραφέας μιλά για την «πλοήγηση στις συγκρούσεις» και για το πώς η κατανόηση της διαφορετικότητας μπορεί να γίνει εργαλείο συνεργασίας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, εξηγεί πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, πώς συνδέεται με την εκπαιδευτική της δράση και τι προσδοκά από τους μικρούς αναγνώστες που θα συναντήσουν τα τέσσερα πουλιά στο ταξίδι τους.

Κα Koevoets, έχετε αφιερώσει τη ζωή σας στην εκπαίδευση για την ειρήνη και τον μετασχηματισμό συγκρούσεων σε διεθνές επίπεδο. Γιατί θεωρήσατε ότι η εκπαίδευση για την ειρήνη πρέπει να ξεκινά και από ένα παιδικό βιβλίο;

Τόσο από την προσωπική μου εμπειρία όσο και παρατηρώντας τον κόσμο στον οποίο ζούμε, διαπιστώνω ότι υπάρχει ένα τεράστιο κενό γνώσης σχετικά με το πώς μπορούμε να είμαστε πιο ειρηνικοί. Μεγάλωσα σε ένα ειρηνικό οικογενειακό περιβάλλον, όπου υπήρχε χώρος για διαπραγμάτευση, αλλά όπου η σύγκρουση και ο θυμός συχνά αποφεύγονταν ή καταπιέζονταν. Στο σχολείο για ένα διάστημα δεχόμουν εκφοβισμό και κανείς δεν φαινόταν να ξέρει τι να κάνει. Στο μάθημα της ιστορίας έπρεπε να μάθουμε για διάφορους πολέμους και η ειρήνη παρουσιαζόταν απλώς ως η απουσία τους. Ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό στη Διαχείριση Συγκρούσεων, όπου ποτέ δεν συζητήσαμε τα στυλ σύγκρουσης που ενέπνευσαν το παιδικό μου βιβλίο. Η μη βίαιη επικοινωνία και η μη βίαιη δράση δεν αποτελούσαν μέρος των σπουδών μου.

Όταν λοιπόν συμμετείχα σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στις ΗΠΑ, όπου έμαθα για όλα αυτά, ήταν σημείο καμπής στη ζωή μου. Εκεί γνώρισα τη Διαχείριση Συγκρούσεων όχι ως διπλωματία και ακαδημαϊκή πολιτική ανάλυση, αλλά ως πρακτικές που μπορεί να μάθει ο καθένας. Δυστυχώς, τέτοιες γνώσεις και δεξιότητες δεν αποτελούν μέρος της εκπαίδευσής μας. Ως αποτέλεσμα, πολλοί άνθρωποι δεν διαθέτουν τις δεξιότητες για να διαχειρίζονται εποικοδομητικά τις συγκρούσεις και, όταν φτάνουμε στην ενηλικίωση, χρειάζεται όχι μόνο να μάθουμε κάτι νέο, αλλά και να «ξεμάθουμε» συμπεριφορές που έχουν γίνει μοτίβα. Γι’ αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε από τα παιδιά.

Στο νέο σας βιβλίο, τέσσερα νεαρά πουλιά έρχονται σε σύγκρουση, οι προσωπικότητες των τεσσάρων πουλιών βασίζονται σε Nina Koevoetsδιαφορετικά στυλ σύγκρουσης. Ποιο από αυτά τα στυλ συναντάτε συχνότερα στα παιδιά και ποιο στους ενήλικες;

Η ικανότητα να βλέπει κανείς τα πράγματα από την οπτική κάποιου άλλου είναι κάτι δύσκολο για τα μικρότερα παιδιά. Πριν από την ηλικία των επτά περίπου, δεν μπορούμε να το περιμένουμε. Τα μικρά παιδιά τείνουν λοιπόν να δίνουν προτεραιότητα στις δικές τους ανάγκες, απλώς επειδή δεν μπορούν ακόμη να αντιληφθούν ποιες είναι οι ανάγκες των άλλων, όταν αυτές δεν τους εκφράζονται ξεκάθαρα. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στο παιδί και τον γονέα. Αν ο ενήλικας επιβάλλει τη θέλησή του, το παιδί θα μάθει να υποχωρεί για να νιώθει ασφαλές. Αν ο ενήλικας υποχωρεί, το παιδί θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται.

Ενήλικες και παιδιά μπορεί επίσης να αποφεύγουν τις συγκρούσεις για να διατηρήσουν την «αρμονία», όμως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απόσταση ή σε άλυτα ζητήματα. Μόνο όταν οι ενήλικες επιλέγουν τη συνεργατική επίλυση προβλημάτων μπορούν να βγουν από αυτή τη δυναμική. Η επίλυση προβλημάτων είναι μια απάντηση στη σύγκρουση που μπορεί πραγματικά να ενισχύσει τις σχέσεις.

Ωστόσο, παρόλο που οι συγκρούσεις αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής, δεν γινόμαστε αυτόματα καλύτεροι στη διαχείρισή τους απλώς και μόνο επειδή μεγαλώνουμε — εκτός αν καταβάλουμε συνειδητή προσπάθεια να μάθουμε πώς γίνεται. Δεν έχω λοιπόν διαπιστώσει ότι οι ενήλικες είναι καλύτεροι από τα παιδιά στη συνεργατική επίλυση προβλημάτων. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό να μάθουν αυτή τη δεξιότητα τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες.

Αν ένα παιδί αναγνωρίσει τον εαυτό του σε ένα από τα πουλιά, ποιο θα ήταν το πρώτο βήμα που θα το ενθαρρύνατε να κάνει την επόμενη φορά που θα νιώσει θυμό ή πληγωμένο;

Ιδανικά, αποφεύγουμε την κλιμάκωση μιας σύγκρουσης. Για να γίνει αυτό, είναι σημαντικό να σταματήσουμε για λίγο και να σκεφτούμε «πώς θέλω να ανταποκριθώ;» αντί να αντιδράσουμε αμέσως. Ωστόσο, αυτό είναι δύσκολο για ένα παιδί, επειδή ο εγκέφαλός του βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη και τα έντονα συναισθήματα «απενεργοποιούν» προσωρινά το λογικό μέρος του εγκεφάλου. Όταν όμως το παιδί ηρεμήσει, είναι απολύτως ικανό να επιλύσει συγκρούσεις.

Για να το κάνει αυτό, είναι σημαντικό να μάθει να ακούει τον εαυτό του και τους άλλους. Μπορεί να αναρωτηθεί τι είναι σημαντικό για το ίδιο και να το εκφράσει, αλλά και να ακούσει τι είναι σημαντικό για τον άλλον. Είναι όμως βοηθητικό αυτό να συμβαίνει μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο, με την υποστήριξη ενός διαμεσολαβητή.

Στο βιβλίο, η βασική σύγκρουση είναι ανάμεσα στα δύο αδέλφια: το ένα θέλει να είναι γρήγορο, ενώ το άλλο είναι αργό. Όταν ξεκινούν ένα μεγάλο ταξίδι με την υπόλοιπη οικογένεια, η σύγκρουσή τους θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την ομάδα. Είναι λοιπόν σημαντικό να βρουν έναν τρόπο να την επιλύσουν. Η αδελφή τους τούς βοηθά, με την υποστήριξη της δασκάλας. Τα παιδιά συχνά χρειάζονται τη δική μας στήριξη ή ενθάρρυνση, αλλά δεν χρειάζονται να λύσουμε εμείς τα προβλήματά τους. Δεν μπορούμε απλώς να πούμε στο παιδί «κάνε το πρώτο βήμα». Χρειάζεται να ξέρει ότι υπάρχει κάποιος που μπορεί να το βοηθήσει.

Είναι η ιστορία των τεσσάρων νεαρών πουλιών, κατά κάποιον τρόπο, μια αντανάκλαση της ευρύτερης κοινωνίας μας;

Ναι, σίγουρα. Φυσικά, οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν περισσότερα από ένα στυλ σύγκρουσης, σε αντίθεση με τα πουλιά στο βιβλίο. Η προσωπικότητά μας δεν μας περιορίζει σε ένα μόνο στυλ, αλλά μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτές τις αντιδράσεις στη σύγκρουση στην κοινωνία μας, σε διαφορετικές καταστάσεις. Παρότι δεν έχω παρατηρήσει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά, έχω διαπιστώσει μια διαφορά φύλου: οι άνδρες τείνουν συχνότερα να ανταγωνίζονται, ενώ οι γυναίκες να υποχωρούν ή να αποφεύγουν.

Καθώς ζούμε σε μια πατριαρχική κοινωνία όπου οι άνδρες «θέτουν τους κανόνες», η κυρίαρχη αφήγηση είναι ότι βρισκόμαστε σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ μας. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να δούμε την ανθρωπότητα, σαν να βρίσκεται όλη μαζί σε ένα «Μεγάλο Ταξίδι». Σε αυτό το ταξίδι της ζωής χρειάζεται να μάθουμε να συνεργαζόμαστε. Με όλη την περιβαλλοντική καταστροφή που έχουμε προκαλέσει, η συνεργασία έχει πλέον καταστεί υπαρξιακή δεξιότητα.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η συνεργασία πρέπει να βασίζεται στην ισότητα. Δεν χρειάζεται να συνεργαζόμαστε με όσους επιδιώκουν να κυριαρχήσουν (δηλαδή να υποχωρούμε). Ούτε είναι απαραίτητο να συμβιβαζόμαστε. Πολλοί βλέπουν τη σύγκρουση ως μια κατάσταση νίκης-ήττας ή ως ένα δίλημμα «ή το ένα ή το άλλο», και έτσι η επίλυσή της εκλαμβάνεται ως συμβιβασμός. Όμως η συνεργατική επίλυση προβλημάτων υπερβαίνει αυτή τη λογική, αναζητώντας μια λύση «νίκη-νίκη» — μια λύση που λειτουργεί για όλους. Αν αναζητούσαμε πιο συχνά τέτοιες λύσεις, θα ενισχυόταν η ευημερία ολόκληρης της κοινωνίας μας.

Nina Koevoets 2Έχοντας ζήσει και εργαστεί σε περιοχές με βαθιές πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις, όπως η Ινδία και το Ισραήλ–Παλαιστίνη, τι σας δίδαξαν αυτές οι συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας για τις μικρότερες, καθημερινές συγκρούσεις που βιώνουν τα παιδιά;

Στο Ισραήλ–Παλαιστίνη έγινα μάρτυρας ενός σοκαριστικού επιπέδου καταπίεσης. Ζώντας στα κατεχόμενα εδάφη της Δυτικής Όχθης, πέρασα από σημεία ελέγχου, βρέθηκα αντιμέτωπη με δακρυγόνα και σφαίρες με επικάλυψη καουτσούκ, έζησα διακοπές ρεύματος και νερού και μίλησα με ανθρώπους των οποίων η γη είχε κατασχεθεί, τα σπίτια είχαν καταστραφεί, φίλοι ή μέλη της οικογένειάς τους είχαν σκοτωθεί ή φυλακιστεί, ή στους οποίους είχε αρνηθεί ιατρική φροντίδα. Στην προνομιούχα ζωή μου στην Ολλανδία δεν είχα ζήσει ποτέ κάτι παρόμοιο ούτε είχα μιλήσει με ανθρώπους με τέτοιες εμπειρίες. Χρειάστηκε χρόνος για να τα επεξεργαστώ, γιατί άλλο είναι να γνωρίζεις κάτι και άλλο να το βιώνεις.

Δεν ταξίδεψα μόνο στη Δυτική Όχθη. Επισκέφθηκα και διάφορα μέρη στο Ισραήλ και μίλησα με Ισραηλινούς πολίτες, ακτιβιστές και μερικούς εποίκους. Είναι σαφές ότι και αυτοί υποφέρουν. Αυτό ενίσχυσε την πεποίθησή μου ότι στους βίαιους πολέμους δεν υπάρχουν «νικητές», αλλά μόνο χαμένοι.

Παρακολουθώντας επίσης την καταστροφή της Γάζας τα τελευταία δυόμισι χρόνια, ενισχύθηκε η πεποίθησή μου ότι το τραύμα μεταδίδεται όταν δεν θεραπεύεται. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η ειρήνη παραμένει μακριά. Σε θεωρητικό επίπεδο υπάρχουν λύσεις, όμως οι άνθρωποι συχνά δεν είναι συναισθηματικά έτοιμοι γι’ αυτές. Έτσι παγιδεύονται σε έναν συνεχή κύκλο βίας. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να σπάσει αυτός ο κύκλος σε κοινωνικό επίπεδο. Υπάρχουν ομάδες Ισραηλινών και Παλαιστινίων που αναγνωρίζουν ο ένας την ανθρωπιά του άλλου και την ανάγκη συνεργασίας, αλλά αποτελούν μειοψηφία.

Η εμπειρία της ζωής εκεί ήταν καθοριστική για μένα. Ανοιξε τα μάτια και την καρδιά μου. Έγινα πιο συνειδητή ως αναφορά τα προνόμια μου και πιο ανθεκτική απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Κατανόησα επίσης βαθύτερα την αποικιοκρατική κληρονομιά της Ευρώπης και τη ζημιά που έχει προκαλέσει. Αυτό με ώθησε να γίνω εκπαιδεύτρια ειρήνης, εδώ στην Ευρώπη, όπου τα πράγματα μπορεί να φαίνονται ειρηνικά, αλλά κάτω από την επιφάνεια υπάρχει ακόμη πολλή βία.

Σε σχέση με τις μικρότερες συγκρούσεις, αυτό που έμαθα είναι ότι η επίλυση μιας σύγκρουσης είναι πολύ πιο δύσκολη όταν υπάρχει ανισορροπία δύναμης και τραύμα. Υπάρχει επίσης ανισορροπία δύναμης ανάμεσα σε παιδιά και ενήλικες. Γι’ αυτό, ως ενήλικες, χρειάζεται να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε να μην καταχραζόμαστε αυτή τη δύναμη. Αντίθετα, οφείλουμε να προσεγγίζουμε τα παιδιά με τον ίδιο σεβασμό που δείχνουμε σε ίσους μας, ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνουμε την ευθύνη να τα καθοδηγούμε και να τα προσκαλούμε να επιλύουμε μαζί τις καθημερινές συγκρούσεις της ζωής μας. Είμαι και εγώ γονέας, και γνωρίζω ότι αυτό απαιτεί δέσμευση και αυτοσυμπόνια για τις στιγμές που δεν ανταποκρινόμαστε σε αυτές τις αρχές.

Αντί να μιλάτε για «επίλυση συγκρούσεων», χρησιμοποιείτε τον όρο «πλοήγηση στις συγκρούσεις». Γιατί πιστεύετε ότι οι Nina Koevoets 1συγκρούσεις δεν μπορούν πάντα να λυθούν, αλλά μπορούν να πλοηγηθούν;

Όπως ανέφερα, ορισμένες συγκρούσεις είναι δύσκολο να επιλυθούν λόγω ανισορροπίας δύναμης και τραύματος. Επιπλέον, μπορεί να είναι δύσκολο να βρεθεί μια πρακτική λύση όταν οι άνθρωποι προσκολλώνται έντονα σε συγκεκριμένες στρατηγικές. Ωστόσο, πολύ συχνά ο διάλογος μπορεί να δημιουργήσει αμοιβαία κατανόηση και να προσφέρει μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με τις επιλογές που έχουμε μέσα στη σύγκρουση.

Υπάρχουν διαφορετικοί όροι που μπορούμε να διακρίνουμε σχετικά με τη διαχείριση συγκρούσεων:

Πρόληψη (Prevention): λήψη μέτρων ώστε να μην προκύψει μια σύγκρουση.
Διαχείριση σύγκρουσης (Conflict Management): διασφάλιση ότι η σύγκρουση δεν θα προκαλέσει υπερβολική ζημιά, δηλαδή αποκλιμάκωσή της.
Επίλυση σύγκρουσης (Conflict Resolution): εύρεση μιας συγκεκριμένης λύσης σε ένα πρόβλημα, συχνά με στόχο το αποτέλεσμα ή το έργο. Η σχέση μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών έχει μικρότερη σημασία.
Μετασχηματισμός σύγκρουσης (Conflict Transformation): αλλαγή της σύγκρουσης μέσω βελτίωσης της σχέσης μεταξύ των μερών και μετασχηματισμού της αντίληψης και των συναισθημάτων τους γύρω από αυτήν — δηλαδή υπέρβασή της. Πρόκειται για μια προσέγγιση προσανατολισμένη στη διαδικασία.

Η «πλοήγηση στις συγκρούσεις» λειτουργεί ως ένας όρος-ομπρέλα για όλα τα παραπάνω. Μπορούμε να διαπιστώσουμε αν μια σύγκρουση μπορεί να μετασχηματιστεί, να επιλυθεί, να διαχειριστεί ή να προληφθεί και να δράσουμε — ή να «πλοηγηθούμε» — αναλόγως. Συχνά είναι βοηθητικό να μεσολαβεί ένα άτομο που δεν εμπλέκεται άμεσα στη σύγκρουση, ώστε να διευκολύνει την ακρόαση και την κατανόηση και να βοηθήσει τα μέρη να βρουν μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στα σχολεία από εκπαιδευτικούς ή προσωπικό, αλλά και από συνομηλίκους-διαμεσολαβητές (μαθητές που διαμεσολαβούν μεταξύ μαθητών).

Στο βιβλίο, μια αδελφή διαμεσολαβεί ανάμεσα στα αδέλφια της και τα πουλιά καταφέρνουν να μετασχηματίσουν τη σύγκρουση. Μέσα από τη συζήτηση, το πουλί που ήθελε να πετά γρήγορα, που έσπρωξε τον αδελφό του και απομακρύνθηκε από την ομάδα, συνειδητοποίησε ότι η συμπεριφορά του έβλαπτε τους άλλους και ότι έπρεπε να μάθει να συνεργάζεται για να λειτουργεί μέσα στην ομάδα. Η ανάθεση ενός σημαντικού ρόλου — να φροντίζει τον αδελφό του — τον βοήθησε να αναλάβει ευθύνη.

Πιστεύετε ότι μια κουλτούρα ειρήνης μπορεί να διδαχθεί; Και αν ναι, ποιον ρόλο παίζουν η αφήγηση και η παιδική λογοτεχνία στη διαμόρφωσή της;

Η εκπαίδευση για την ειρήνη είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας κουλτούρας ειρήνης. Όπως διδασκόμαστε μια κουλτούρα βίας, έτσι μπορούμε να διδαχθούμε και μια Κουλτούρα Ειρήνης. Μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά να μη θεωρούν τη βία φυσιολογική, να μην τη δικαιολογούν, να μην την αποδέχονται ούτε να την αναπαράγουν. Αντίθετα, μπορούμε να καλλιεργήσουμε την ενσυναίσθηση, τη συμπόνια και τη δημιουργική επίλυση προβλημάτων. Μπορούμε να διδάξουμε τον σεβασμό και την αλληλεγγύη.

Οι ιστορίες διευρύνουν τη φαντασία μας για το τι είναι δυνατό. Γι’ αυτό αποτελούν ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στην εκπαίδευση — και η εκπαίδευση είναι ένας καθοριστικός δρόμος για την οικοδόμηση μιας κουλτούρας ειρήνης. Ελπίζω ότι τα σχολεία στην Ελλάδα θα εμπνευστούν από το βιβλίο και θα αρχίσουν να σκέφτονται τρόπους ενσωμάτωσης της διαμεσολάβησης στο έργο τους. Γι’ αυτόν τον σκοπό, στο τέλος του βιβλίου υπάρχει επεξήγηση της διαδικασίας. Τα σχολεία μπορούν επίσης να με προσκαλέσουν να μιλήσω σε παιδιά και εκπαιδευτικούς για το θέμα. Στην Ολλανδία, χιλιάδες σχολεία έχουν εφαρμόσει τέτοια προγράμματα την τελευταία δεκαετία, ενώ πέρσι επισκέφθηκα πέντε σχολεία στην Ιταλία — και θα χαιρόμουν πολύ να γίνει το ίδιο και στην Ελλάδα, όπου ακόμη λίγα σχολεία εφαρμόζουν πρακτικές διαμεσολάβησης.

Η Nina Koevoets σπούδασε ψυχολογία και πολιτικές επιστήμες (παν/μια Λέιντεν και Άμστερνταμ). Μετά το μεταπτυχιακό της (Διαχείριση Συγκρούσεων και Διακυβέρνηση, Άμστερνταμ 2007), εκπαιδεύτηκε στο Metta Center for Nonviolence (ΗΠΑ). Εργάστηκε για πέντε μήνες στην Ινδία και έμεινε πάνω από ένα έτος στο Ισραήλ–Παλαιστίνη. Ακολούθησε νέο μεταπτυχιακό στις Διεθνείς σχέσεις, Σουηδία, 2013. Το 2015 πραγματοποίησε την πρώτη εκπαίδευση στην Ολλανδία. Έκτοτε οργανώνει εκπαιδεύσεις σε διάφορες χώρες, με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κυκλοφορούν τα βιβλία της The peace Compass, 2024, (για ενήλικες) και το: Engaging Nonviolence: Activating Nonviolent Change in our Lives and Our World, έκδοση του οργανισμού Pace e Bene (ΗΠΑ), στο οποίο είναι συν-συγγραφέας. Επιπλέον, ανέπτυξε δύο συνεργατικά παιχνίδια για έναν πιο ειρηνικό και βιώσιμο κόσμο.  Έλαβε μετάλλιο ειρήνης  από το  Coalition Peace Missions Without Arms (Ολλανδία, 2018) και βραβείο συνολικής προσφοράς για την ειρηνική εκπαίδευση από το The Visioneers International Network (Καναδάς, 2022). Γεννήθηκε στην Ολλανδία και ζει στην Ελλάδα.   www.peace-power.org

Koyinta Art

Off Canvas sidebar is empty